Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vereinbaren
01
συμφωνώ, κανονίζω
Sich über etwas einigen oder etwas in Einklang bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vereinbare
γ΄ ενικό πρόσωπο
vereinbart
ενεστώτα μετοχή
vereinbarend
απλός αόριστος
vereinbarte
παθητική μετοχή
vereinbart
Παραδείγματα
Die Parteien konnten keine Einigung vereinbaren.
Τα μέρη δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν σε μια συμφωνία.



























