Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unterrichten
01
διδάσκω, εκπαιδεύω
Jemandem Wissen oder Fähigkeiten beibringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
unter
βασικό ρήμα
richten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
unterrichte
γ΄ ενικό πρόσωπο
unterrichtet
ενεστώτα μετοχή
unterrichtend
απλός αόριστος
unterrichtete
παθητική μετοχή
unterrichtet
Παραδείγματα
Der Professor unterrichtet Medizin.
Ο καθηγητής διδάσκει ιατρική.



























