umsetzen
um
ˈʊm
oom
setzen
zɛtsn
zetsn

Ορισμός και σημασία του "umsetzen"στα γερμανικά

umsetzen
01

υλοποιώ, εφαρμόζω

Eine Idee in die Realität übertragen 
umsetzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
um
βασικό ρήμα
setzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
setze um
γ΄ ενικό πρόσωπο
setzt um
ενεστώτα μετοχή
umsetzend
απλός αόριστος
setzte um
παθητική μετοχή
umgesetzt
Παραδείγματα
Wir setzen den Plan nächsten Monat um. 

Θα υλοποιήσουμε το σχέδιο τον επόμενο μήνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store