Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umsetzen
01
υλοποιώ, εφαρμόζω
Eine Idee in die Realität übertragen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
um
βασικό ρήμα
setzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
setze um
γ΄ ενικό πρόσωπο
setzt um
ενεστώτα μετοχή
umsetzend
απλός αόριστος
setzte um
παθητική μετοχή
umgesetzt
Παραδείγματα
Die Idee lässt sich schwer umsetzen.
Η ιδέα είναι δύσκολο να υλοποιηθεί.



























