Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umschreiben
01
ξαναγράφω
Etwas neu schreiben oder textlich überarbeiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
um
βασικό ρήμα
schreiben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
umschreibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
umschreibt
ενεστώτα μετοχή
umschreibend
απλός αόριστος
umschrieb
παθητική μετοχή
umschrieben
Παραδείγματα
Der Autor musste das Kapitel dreimal umschreiben.
Ο συγγραφέας έπρεπε να ξαναγράψει το κεφάλαιο τρεις φορές.
02
παραφράζω, εξηγώ με άλλα λόγια
Etwas mit anderen Worten erklären
Παραδείγματα
Können Sie das Ergebnis in einfachen Worten umschreiben?
Μπορείτε να αναδιατυπώσετε το αποτέλεσμα με απλά λόγια ;



























