Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umschreiben
[past form: umschrieb]
01
ξαναγράφω
Etwas neu schreiben oder textlich überarbeiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
um
βασικό ρήμα
schreiben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
umschreibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
umschreibt
ενεστώτα μετοχή
umschreibend
απλός αόριστος
umschrieb
παθητική μετοχή
umschrieben
Παραδείγματα
Nach der Kritik entschied sie sich, den Brief umzuschreiben.
Μετά την κριτική, αποφάσισε να ξαναγράψει το γράμμα.
02
παραφράζω, εξηγώ με άλλα λόγια
Etwas mit anderen Worten erklären
Παραδείγματα
Der Lehrer schrieb den mathematischen Begriff mit einem Beispiel um.
Ο δάσκαλος επανέφρασε τον μαθηματικό όρο με ένα παράδειγμα.



























