Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Umsetzung
[gender: feminine]
01
εφαρμογή, υλοποίηση
Die praktische Anwendung oder Realisierung eines Plans oder einer Idee
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Umsetzung
πληθυντικός τύπος
Umsetzungen
Παραδείγματα
Die Umsetzung des Plans beginnt nächste Woche.
Η εφαρμογή του σχεδίου ξεκινά την επόμενη εβδομάδα.



























