die Umlaufbahn

Ορισμός και σημασία του "umlaufbahn"στα γερμανικά

Die Umlaufbahn
[gender: feminine]
01

τροχιά, περιφερειακή τροχιά

Der Weg, den ein Objekt um einen anderen Körper im Weltraum kreist
die Umlaufbahn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Umlaufbahn
πληθυντικός τύπος
Umlaufbahnen
Παραδείγματα
Wissenschaftler berechnen die Umlaufbahn von Raumfahrzeugen.
Οι επιστήμονες υπολογίζουν την τροχιά των διαστημικών σκαφών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store