Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Umfang
01
περίμετρος, περιφέρεια
Die Länge der Linie, die um eine Fläche oder eine Figur herumgeht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Umfang(e)s
πληθυντικός τύπος
Umfänge
Παραδείγματα
Der Lehrer erklärt den Schülern den Unterschied zwischen Umfang und Fläche.
Ο δάσκαλος εξηγεί στους μαθητές τη διαφορά μεταξύ περιμέτρου και εμβαδού.



























