Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umfangreich
01
εκτενής, λεπτομερής
Etwas, das in großem Maßstab oder mit vielen Details ausgearbeitet ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am umfangreichsten
συγκριτικός βαθμός
umfangreicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Unternehmen führte umfangreiche Marktstudien durch.
Η εταιρεία διεξήγαγε εκτενή μελέτες αγοράς.



























