Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umformen
01
μετασχηματίζω
Etwas in eine andere Form bringen
Παραδείγματα
Beim Schmieden wird das Eisen umgeformt.
Κατά τη σφυρηλάτηση, ο σίδηρος ανασχηματίζεται.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μετασχηματίζω