Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umformen
01
μετασχηματίζω
Etwas in eine andere Form bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
um
βασικό ρήμα
formen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
umforme
γ΄ ενικό πρόσωπο
umformt
ενεστώτα μετοχή
umformend
απλός αόριστος
umformte
παθητική μετοχή
umgeformt
Παραδείγματα
Beim Schmieden wird das Eisen umgeformt.
Κατά τη σφυρηλάτηση, ο σίδηρος ανασχηματίζεται.



























