umformen

Ορισμός και σημασία του "umformen"στα γερμανικά

umformen
01

μετασχηματίζω

Etwas in eine andere Form bringen
umformen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
um
βασικό ρήμα
formen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
umforme
γ΄ ενικό πρόσωπο
umformt
ενεστώτα μετοχή
umformend
απλός αόριστος
umformte
παθητική μετοχή
umgeformt
Παραδείγματα
Beim Schmieden wird das Eisen umgeformt.
Κατά τη σφυρηλάτηση, ο σίδηρος ανασχηματίζεται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store