Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Umbau
[gender: masculine]
01
αναδιάρθρωση, μετατροπή
Die Veränderung oder Renovierung eines bestehenden Gebäudes
Παραδείγματα
Der Umbau ist teuer, aber notwendig.
Η ανακαίνιση είναι ακριβή, αλλά απαραίτητη.


























