der umbau
um
ˈʊm
oom
bau
baʊ
baw

Ορισμός και σημασία του "umbau"στα γερμανικά

01

αναδιάρθρωση, μετατροπή

Die Veränderung oder Renovierung eines bestehenden Gebäudes 
der Umbau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Umbauten
γενική πτώση
Umbaus
Παραδείγματα
Der Umbau des Hauses dauert noch sechs Monate. 

Η ανακαίνιση του σπιτιού θα διαρκέσει άλλους έξι μήνες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store