Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umdrehen
01
γυρίζω, στρίβω
Den Körper oder Kopf in eine andere Richtung wenden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
um
βασικό ρήμα
drehen
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
drehe um
γ΄ ενικό πρόσωπο
dreht um
ενεστώτα μετοχή
umdrehend
απλός αόριστος
drehte um
παθητική μετοχή
umgedreht
Παραδείγματα
Sie drehte sich um, um den Geräusch zu sehen.
Γύρισε για να δει τον θόρυβο.
02
γυρίζω, περιστρέφω
Ein Objekt in eine andere Richtung drehen
Παραδείγματα
Kannst du die Flasche umdrehen?
Μπορείς να αναποδογυρίσεις το μπουκάλι ;



























