ten
ˈtø:
teu
ten
tən
tēn
tönentuten

Ορισμός και σημασία του "töten"στα γερμανικά

töten
01

σκοτώνω

Jemanden oder etwas lebendig zu nehmen und sterben zu lassen 
töten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
töte
γ΄ ενικό πρόσωπο
tötet
ενεστώτα μετοχή
tötend
απλός αόριστος
tötete
παθητική μετοχή
getötet
Παραδείγματα
Der Jäger tötete das Wild. 

Ο κυνηγός σκότωνε το θήραμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store