Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
töten
[past form: tötete]
01
σκοτώνω
Jemanden oder etwas lebendig zu nehmen und sterben zu lassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
töte
γ΄ ενικό πρόσωπο
tötet
ενεστώτα μετοχή
tötend
απλός αόριστος
tötete
παθητική μετοχή
getötet
Παραδείγματα
Pflanzen können durch Frost getötet werden.
Τα φυτά μπορούν να σκοτωθούν από τον παγετό.



























