Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
türkisch
01
τουρκικός, τουρκική
Bezieht sich auf etwas, das mit der Türkei oder den Türken zu tun hat
Παραδείγματα
Er spricht fließend Türkisch.
Μιλάει άπταιστα Τουρκικά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τουρκικός, τουρκική