Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
täuschen
01
εξαπατώ, παραπλανώ
Jemanden absichtlich falsch informieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
täusche
γ΄ ενικό πρόσωπο
täuscht
ενεστώτα μετοχή
täuschend
απλός αόριστος
täuschte
παθητική μετοχή
getäuscht
Παραδείγματα
Täuschung ist in diesem Geschäft verboten.
Η εξαπάτηση απαγορεύεται σε αυτήν την επιχείρηση.



























