täuschen
täuschen
tɔɪ̯ʃn
toyshn
tauschen

Ορισμός και σημασία του "täuschen"στα γερμανικά

täuschen
01

εξαπατώ, παραπλανώ

Jemanden absichtlich falsch informieren 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
täusche
γ΄ ενικό πρόσωπο
täuscht
ενεστώτα μετοχή
täuschend
απλός αόριστος
täuschte
παθητική μετοχή
getäuscht
Παραδείγματα
Er wollte niemanden täuschen. 

Δεν ήθελε να εξαπατήσει κανέναν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store