Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tätig
01
απασχολούμενος, ενεργός
In einem Beruf oder einer festen Anstellung arbeitend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie ist als Ärztin in einem Krankenhaus tätig.
Εργάζεται ως γιατρός σε ένα νοσοκομείο.
02
ενεργός, εμπλεκόμενος
In einem Bereich aktiv oder engagiert sein
Παραδείγματα
Er ist politisch tätig und engagiert sich in der Kommunalpolitik.
Είναι πολιτικά ενεργός και ασχολείται με την τοπική πολιτική.



























