Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tätig
01
απασχολούμενος, ενεργός
In einem Beruf oder einer festen Anstellung arbeitend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Nach der Ausbildung war sie sofort beruflich tätig.
Μετά την εκπαίδευση, ήταν αμέσως ενεργή επαγγελματικά.
02
ενεργός, εμπλεκόμενος
In einem Bereich aktiv oder engagiert sein
Παραδείγματα
Viele Rentner bleiben nach der Pension noch ehrenamtlich tätig.
Πολλοί συνταξιούχοι παραμένουν εθελοντές μετά τη συνταξιοδότηση.



























