Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
teilweise
01
μερικώς, εν μέρει
In einem gewissen Umfang oder nur zum Teil
Παραδείγματα
Die Straße ist teilweise gesperrt.
Ο δρόμος είναι μερικώς κλειστός.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μερικώς, εν μέρει