der Teilnehmer
Pronunciation
/ˈtaɪ̯lˌneːmɐ/

Ορισμός και σημασία του "teilnehmer"στα γερμανικά

Der Teilnehmer
[gender: masculine]
01

συμμετέχων, συμμετέχουσα

Person, die an etwas teilnimmt
der Teilnehmer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Teilnehmers
πληθυντικός τύπος
Teilnehmer
Παραδείγματα
Teilnehmer können ihre Meinung sagen.
Οι συμμετέχοντες μπορούν να πούν τη γνώμη τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store