der teilnehmer
teilnehmer
taɪ̯lne:mɐ
tailnem

Ορισμός και σημασία του "teilnehmer"στα γερμανικά

Der Teilnehmer
01

συμμετέχων, συμμετέχουσα

Person, die an etwas teilnimmt 
der Teilnehmer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Teilnehmer
αρσενικό ενικό
Teilnehmer
θηλυκό ενικό
Teilnehmerin
neutral form
Teilnehmende
γενική πτώση
Teilnehmers
Παραδείγματα
Die Teilnehmer sind pünktlich zum Kurs gekommen. 

Οι συμμετέχοντες ήρθαν στο μάθημα στην ώρα τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store