Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Teilnehmer
01
συμμετέχων, συμμετέχουσα
Person, die an etwas teilnimmt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Teilnehmers
πληθυντικός τύπος
Teilnehmer
Παραδείγματα
Die Teilnehmer sind pünktlich zum Kurs gekommen.
Οι συμμετέχοντες ήρθαν στο μάθημα στην ώρα τους.



























