Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
teilnehmen
01
συμμετέχω, λαμβάνω μέρος
Bei einer Aktivität oder Veranstaltung mitwirken
Παραδείγματα
Wir nehmen aktiv am Projekt teil.
Συμμετέχουμε ενεργά στο έργο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συμμετέχω, λαμβάνω μέρος