Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
teilnehmen
01
συμμετέχω, λαμβάνω μέρος
Bei einer Aktivität oder Veranstaltung mitwirken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
teil
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme teil
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt teil
ενεστώτα μετοχή
teilnehmend
απλός αόριστος
nahm teil
παθητική μετοχή
teilgenommen
Παραδείγματα
Wir nehmen aktiv am Projekt teil.
Συμμετέχουμε ενεργά στο έργο.
Λεξικό Δέντρο
teilnehmen
teil
nehmen



























