Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Teilnahme
[gender: feminine]
01
συμμετοχή, παρουσία
Das Dabeisein oder Mitwirken bei etwas
Παραδείγματα
Ihre Teilnahme zeigt großes Interesse.
Η συμμετοχή της δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συμμετοχή, παρουσία