die teilnahme
teilnahme
taɪ̯lna:mə
tailnamē

Ορισμός και σημασία του "teilnahme"στα γερμανικά

01

συμμετοχή, παρουσία

Das Dabeisein oder Mitwirken bei etwas 
die Teilnahme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Teilnahm
πληθυντικός τύπος
Teilnahmen
Παραδείγματα
Die Teilnahme am Kurs ist kostenlos. 

Η συμμετοχή στο μάθημα είναι δωρεάν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store