Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Teilnahme
01
συμμετοχή, παρουσία
Das Dabeisein oder Mitwirken bei etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Teilnahmen
γενική πτώση
Teilnahm
Παραδείγματα
Die Teilnahme am Kurs ist kostenlos.
Η συμμετοχή στο μάθημα είναι δωρεάν.
LanGeek



























