teilen
teilen
taɪ̯lən
tailēn

Ορισμός και σημασία του "teilen"στα γερμανικά

teilen
01

διαιρώ, μοιράζω

Etwas in mehrere Teile oder Gruppen aufteilen 
teilen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
teile
γ΄ ενικό πρόσωπο
teilt
ενεστώτα μετοχή
teilend
απλός αόριστος
teilte
παθητική μετοχή
geteilt
Παραδείγματα
Wir teilen die Pizza in acht Stücke. 

Χωρίζουμε την πίτσα σε οκτώ κομμάτια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store