teilen
Pronunciation
/ˈtaɪ̯lən/

Ορισμός και σημασία του "teilen"στα γερμανικά

teilen
01

διαιρώ, μοιράζω

Etwas in mehrere Teile oder Gruppen aufteilen
teilen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
teile
γ΄ ενικό πρόσωπο
teilt
ενεστώτα μετοχή
teilend
απλός αόριστος
teilte
παθητική μετοχή
geteilt
Παραδείγματα
Die Klasse wurde in zwei Gruppen geteilt.
Η τάξη χωρίστηκε σε δύο ομάδες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store