Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
teilen
01
διαιρώ, μοιράζω
Etwas in mehrere Teile oder Gruppen aufteilen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
teile
γ΄ ενικό πρόσωπο
teilt
ενεστώτα μετοχή
teilend
απλός αόριστος
teilte
παθητική μετοχή
geteilt
Παραδείγματα
Wir teilen die Pizza in acht Stücke.
Χωρίζουμε την πίτσα σε οκτώ κομμάτια.



























