Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tauschen
01
ανταλλάσσω, ανταλλάζω
Etwas mit jemandem wechseln, um etwas anderes zu bekommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tausche
γ΄ ενικό πρόσωπο
tauscht
ενεστώτα μετοχή
tauschend
απλός αόριστος
tauschte
παθητική μετοχή
getauscht
Παραδείγματα
Die Kinder tauschten ihre Sammelkarten.
Τα παιδιά ανταλλάσσαν τις συλλογικές τους κάρτες.



























