die taube
tau
ˈtaʊ̯
ταου
be
μπ
taufetraube

Ορισμός και σημασία του "taube"στα γερμανικά

01

περιστέρι, τρυγόνι

Ein mittelgroßer Vogel, der oft in Städten lebt und für seine sanfte Natur bekannt ist 
die Taube definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Tauben
αρσενικό ενικό
Tauber
θηλυκό ενικό
Taube
neutral form
Taube
γενική πτώση
Taube
Παραδείγματα
Die Taube sitzt auf dem Dach und gurrt leise. 

Το περιστέρι κάθεται στη στέγη και κουδουνίζει απαλά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store