Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
teamfähig
01
ικανός να εργάζεται σε ομάδα, κατάλληλος για ομαδική εργασία
Fähig, gut mit anderen zusammenzuarbeiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am teamfähigsten
συγκριτικός βαθμός
teamfähiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist sehr teamfähig und arbeitet gerne mit Kollegen zusammen.
Είναι πολύ ικανός στην ομαδική εργασία και του αρέσει να δουλεύει με συναδέλφους.
Λεξικό Δέντρο
teamfähig
team
fähig



























