teamfähig
Pronunciation
/ˈtiːmˌfɛːɪç/

Ορισμός και σημασία του "teamfähig"στα γερμανικά

teamfähig
01

ικανός να εργάζεται σε ομάδα, κατάλληλος για ομαδική εργασία

Fähig, gut mit anderen zusammenzuarbeiten
teamfähig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am teamfähigsten
συγκριτικός βαθμός
teamfähiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Teamfähige Mitarbeiter sind in jedem Unternehmen wichtig.
Οι εργαζόμενοι ικανότατοι για ομαδική εργασία είναι σημαντικοί σε κάθε επιχείρηση.

Λεξικό Δέντρο

teamfähig

team

+

fähig

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store