Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stinken
[past form: stank]
01
βρομάω, εκπέμπω δυσάρεστη μυρωδιά
Einen unangenehmen Geruch verbreiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stinke
γ΄ ενικό πρόσωπο
stinkt
ενεστώτα μετοχή
stinkend
απλός αόριστος
stank
παθητική μετοχή
gestunken
Παραδείγματα
Die Sümpfe stinken nach faulen Eiern.
Οι βάλτοι βρομάνε σαν σάπια αυγά.



























