stinken
stinken
ʃtɪnkng
shtinkng
sinkensticken

Ορισμός και σημασία του "stinken"στα γερμανικά

stinken
01

βρομάω, εκπέμπω δυσάρεστη μυρωδιά

Einen unangenehmen Geruch verbreiten 
stinken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stinke
γ΄ ενικό πρόσωπο
stinkt
ενεστώτα μετοχή
stinkend
απλός αόριστος
stank
παθητική μετοχή
gestunken
Παραδείγματα
Der Müll stinkt fürchterlich! 

Τα σκουπίδια βρωμίζουν τρομερά !

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store