Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stechend
01
τσουχτερός, οξύς
Einen stechenden Schmerz verursachend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ein stechender Schmerz durchfuhr seine Brust.
Ένας οξύς πόνος διέσχισε το στήθος του.
02
διαπεραστικός, οξύς
Durchdringend und unangenehm intensiv
Παραδείγματα
Der Detektiv fixierte ihn mit stechendem Blick.
Ο ντετέκτιβ τον κοίταξε με διαπεραστικό βλέμμα.
03
καυστικός, καυτερός
Extrem heiß und aggressiv auf der Haut
Παραδείγματα
Die stechende Mittagssonne ließ den Asphalt schmelzen.
Ο καυστικός μεσημεριανός ήλιος έλιωσε το άσφαλτο.
04
δριμύς, αψύς
Beißend und chemisch scharf
Παραδείγματα
Der stechende Geruch von Ammoniak erfüllte den Raum.
Η δριμύα μυρωδιά της αμμωνίας γέμισε το δωμάτιο.



























