Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
starten
01
ξεκινώ
Etwas beginnen oder in Gang setzen, z. B. ein Gerät, ein Programm oder ein Projekt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
starte
γ΄ ενικό πρόσωπο
startet
ενεστώτα μετοχή
startend
απλός αόριστος
startete
παθητική μετοχή
gestartet
Παραδείγματα
Wir müssen den Motor warm starten.
Πρέπει να ξεκινήσουμε τον κινητήρα ζεστό.
02
αναχωρώ, ξεκινώ να κινούμαι
Sich in Bewegung setzen oder beginnen, sich fortzubewegen
Παραδείγματα
Das Rennen startet bei Regen.
Ο αγώνας ξεκινά στη βροχή.



























