Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
starten
01
ξεκινώ
Etwas beginnen oder in Gang setzen, z. B. ein Gerät, ein Programm oder ein Projekt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
starte
γ΄ ενικό πρόσωπο
startet
ενεστώτα μετοχή
startend
απλός αόριστος
startete
παθητική μετοχή
gestartet
Παραδείγματα
Ich starte den Laptop für die Präsentation.
Εγώ ξεκινώ το λάπτοπ για την παρουσίαση.
02
αναχωρώ, ξεκινώ να κινούμαι
Sich in Bewegung setzen oder beginnen, sich fortzubewegen
Παραδείγματα
Der Zug startet um 14 Uhr.
Το τρένο ξεκινά στις 14:00.



























