Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Statistik
[gender: feminine]
01
στατιστική, στατιστικές
Eine Sammlung und Auswertung von Daten in Zahlenform
Παραδείγματα
In der Statistik sind viele Daten enthalten.
Η στατιστική περιέχει πολλά δεδομένα.


























