die statistik
sta
ˈʃta
shta
tis
tɪs
tis
tik
tɪk
tik
anglistikgermanistikbelletristik

Ορισμός και σημασία του "statistik"στα γερμανικά

01

στατιστική, στατιστικές

Eine Sammlung und Auswertung von Daten in Zahlenform 
die Statistik definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Statistiken
γενική πτώση
Statistik
Παραδείγματα
Die Statistik zeigt, dass immer mehr Menschen online einkaufen. 

Η στατιστική δείχνει ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι ψωνίζουν online.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store