Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stattfinden
01
πραγματοποιείται, λαμβάνει χώρα
Geplant sein und wirklich geschehen oder durchgeführt werden
Παραδείγματα
Heute findet kein Unterricht statt.
Σήμερα δεν διεξάγονται μαθήματα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πραγματοποιείται, λαμβάνει χώρα