Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stattfinden
01
πραγματοποιείται, λαμβάνει χώρα
Geplant sein und wirklich geschehen oder durchgeführt werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
statt
βασικό ρήμα
finden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
finde statt
γ΄ ενικό πρόσωπο
findet statt
ενεστώτα μετοχή
stattfindend
απλός αόριστος
fand statt
παθητική μετοχή
stattgefunden
Παραδείγματα
Heute findet kein Unterricht statt.
Σήμερα δεν διεξάγονται μαθήματα.



























