Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Star
[gender: masculine]
01
αστέρας, διασημότητα
Eine berühmte Person, besonders aus Film, Musik oder Medien
Παραδείγματα
Der Star trägt oft teure Kleidung.
Το αστέρι φοράει συχνά ακριβά ρούχα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αστέρας, διασημότητα