Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stabilisieren
[past form: stabilisierte]
01
σταθεροποιώ, ενισχύω
Schwankungen oder Veränderungen verringern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stabilisiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
stabilisiert
ενεστώτα μετοχή
stabilisierend
απλός αόριστος
stabilisierte
παθητική μετοχή
stabilisiert
Παραδείγματα
Die Regierung will die Wirtschaft stabilisieren.
Η κυβέρνηση θέλει να σταθεροποιήσει την οικονομία.



























