der Staatsanwalt
Pronunciation
/ˈʃtaːʦʔanˌvalt/

Ορισμός και σημασία του "staatsanwalt"στα γερμανικά

Der Staatsanwalt
[gender: masculine]
01

εισαγγελέας, δημοσιος κατήγορος

Ein Jurist, der vor Gericht Anklage erhebt und Straftaten verfolgt
der Staatsanwalt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Staatsanwalt(e)s
πληθυντικός τύπος
Staatsanwälte
Παραδείγματα
Der Staatsanwalt forderte eine hohe Strafe.
Ο εισαγγελέας ζήτησε αυστηρή τιμωρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store