der staatsanwalt
staatsanwalt
ʃta:tsʔanvalt
shtatsanvalt

Ορισμός και σημασία του "staatsanwalt"στα γερμανικά

Der Staatsanwalt
01

εισαγγελέας, δημοσιος κατήγορος

Ein Jurist, der vor Gericht Anklage erhebt und Straftaten verfolgt 
der Staatsanwalt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Staatsanwälte
αρσενικό ενικό
Staatsanwalt
θηλυκό ενικό
Staatsanwältin
neutral form
Staatsanwaltschaftsperson
γενική πτώση
Staatsanwalt(e)s
Παραδείγματα
Der Staatsanwalt erhob Anklage gegen den Täter. 

Ο εισαγγελέας κατέθεσε κατηγορίες εναντίον του δράστη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store