Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stabil
01
fest, sicher oder gleichbleibend; nicht leicht zu verändern oder zu beschädigen
γραμματικές πληροφορίες
υπερθετικός βαθμός
stabilsten
συγκριτικός βαθμός
stabiler
Παραδείγματα
Die Brücke ist stabil und sicher für Fußgänger.
LanGeek



























