Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stabilisieren
[past form: stabilisierte]
01
σταθεροποιώ, ενισχύω
Schwankungen oder Veränderungen verringern
Παραδείγματα
Die Regierung will die Wirtschaft stabilisieren.
Η κυβέρνηση θέλει να σταθεροποιήσει την οικονομία.


























