Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spüren
[past form: spürte]
01
αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι
Etwas körperlich oder emotional fühlen oder wahrnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spüre
γ΄ ενικό πρόσωπο
spürt
ενεστώτα μετοχή
spürend
απλός αόριστος
spürte
παθητική μετοχή
gespürt
Παραδείγματα
Spürst du auch die Spannung im Raum?
Αισθάνεσαι κι εσύ την ένταση στο δωμάτιο ;



























