Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spülen
01
πλένω, ξεπλένω
Mit Wasser reinigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spüle
γ΄ ενικό πρόσωπο
spült
ενεστώτα μετοχή
spülend
απλός αόριστος
spülte
παθητική μετοχή
gespült
Παραδείγματα
Spül bitte deine Hände mit Wasser.
Παρακαλώ πλύνε τα χέρια σου με νερό.



























