spülen
Pronunciation
/ˈʃpyːlən/

Ορισμός και σημασία του "spülen"στα γερμανικά

spülen
01

πλένω, ξεπλένω

Mit Wasser reinigen
spülen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spüle
γ΄ ενικό πρόσωπο
spült
ενεστώτα μετοχή
spülend
απλός αόριστος
spülte
παθητική μετοχή
gespült
Παραδείγματα
Spül bitte deine Hände mit Wasser.
Παρακαλώ πλύνε τα χέρια σου με νερό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store