spüren
spü
ˈʃpy:
σπυ
ren
rən
ραν
spülensparenspuren

Ορισμός και σημασία του "spüren"στα γερμανικά

spüren
01

αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι

Etwas körperlich oder emotional fühlen oder wahrnehmen 
spüren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spüre
γ΄ ενικό πρόσωπο
spürt
ενεστώτα μετοχή
spürend
απλός αόριστος
spürte
παθητική μετοχή
gespürt
Παραδείγματα
Ich spüre einen kalten Wind. 

Εγώ νιώθω ένα κρύο άνεμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store