Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spüren
01
αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι
Etwas körperlich oder emotional fühlen oder wahrnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spüre
γ΄ ενικό πρόσωπο
spürt
ενεστώτα μετοχή
spürend
απλός αόριστος
spürte
παθητική μετοχή
gespürt
Παραδείγματα
Ich spüre einen kalten Wind.
Εγώ νιώθω ένα κρύο άνεμο.



























