spüren
Pronunciation
/ˈʃpyːʁən/

Ορισμός και σημασία του "spüren"στα γερμανικά

spüren
01

αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι

Etwas körperlich oder emotional fühlen oder wahrnehmen
spüren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spüre
γ΄ ενικό πρόσωπο
spürt
ενεστώτα μετοχή
spürend
απλός αόριστος
spürte
παθητική μετοχή
gespürt
Παραδείγματα
Spürst du auch die Spannung im Raum?
Αισθάνεσαι κι εσύ την ένταση στο δωμάτιο ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store