Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spüren
[past form: spürte]
01
αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι
Etwas körperlich oder emotional fühlen oder wahrnehmen
Παραδείγματα
Spürst du auch die Spannung im Raum?
Αισθάνεσαι κι εσύ την ένταση στο δωμάτιο ;


























