schütteln
Pronunciation
/ˈʃʏtəln/

Ορισμός και σημασία του "schütteln"στα γερμανικά

schütteln
01

κουνώ, ταρακουνώ

Etwas oder jemanden mit schnellen, wiederholten Bewegungen hin und her bewegen
schütteln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schüttele
γ΄ ενικό πρόσωπο
schüttelt
ενεστώτα μετοχή
schüttelnd
απλός αόριστος
schüttelte
παθητική μετοχή
geschüttelt
Παραδείγματα
Der Wind schüttelt die Bäume.
Ο άνεμος κουνάει τα δέντρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store