Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schütteln
01
κουνώ, ταρακουνώ
Etwas oder jemanden mit schnellen, wiederholten Bewegungen hin und her bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schüttele
γ΄ ενικό πρόσωπο
schüttelt
ενεστώτα μετοχή
schüttelnd
απλός αόριστος
schüttelte
παθητική μετοχή
geschüttelt
Παραδείγματα
Der Wind schüttelt die Bäume.
Ο άνεμος κουνάει τα δέντρα.



























