schwer
schwer
ʃve:ɐ
shve
schwur

Ορισμός και σημασία του "schwer"στα γερμανικά

01

δύσκολος, επίπονος

Mit viel Mühe verbunden 
schwer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schwersten
συγκριτικός βαθμός
schwerer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Prüfung war sehr schwer. 

Η εξέταση ήταν πολύ δύσκολη.

02

βαρύς, σοβαρός

Viel Gewicht habend 
schwer definition and meaning
Παραδείγματα
Der Koffer ist zu schwer. 

Η βαλίτσα είναι πολύ βαρύ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store