Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schock
[gender: masculine]
01
σοκ, ψυχικό τραύμα
Ein plötzliches, starkes Gefühl von Überraschung oder Erschütterung
Παραδείγματα
Er konnte den Schock kaum glauben.
Δυσκολεύτηκε να πιστέψει το σοκ.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σοκ, ψυχικό τραύμα