der Schock
Pronunciation
/ʃɔk/

Ορισμός και σημασία του "schock"στα γερμανικά

01

σοκ, ψυχικό τραύμα

Ein plötzliches, starkes Gefühl von Überraschung oder Erschütterung
der Schock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schock(e)s
πληθυντικός τύπος
Schocks
Παραδείγματα
Er konnte den Schock kaum glauben.
Δυσκολεύτηκε να πιστέψει το σοκ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store