Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schnurren
01
γουργουρίζω, κάνω γουργουρητό
Der weiche, vibrierende Laut, den Katzen machen, wenn sie sich wohlfühlen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schnurre
γ΄ ενικό πρόσωπο
schnurrt
ενεστώτα μετοχή
schnurrend
απλός αόριστος
schnurrte
παθητική μετοχή
geschnurrt
Παραδείγματα
Katzen schnurren oft, wenn sie glücklich sind.
Οι γάτες γουργουρίζουν συχνά όταν είναι χαρούμενες.



























